Η πανίδα του εθνικού πάρκου στο Σχινιά

 

Πρασινοκέφαλη (Anas platyrhynchos)

Είναι η πιο τυπική πάπια, από την οποία κατάγεται και η κατοικίδια. Παίρνει το όνοµά της από την εµφάνιση του αρσενικού, το οποίο έχει γυαλιστερό πράσινο κεφάλι µε στενό, λευκό «κολάρο». Φωλιάζει σε πολλούς υγροτόπους της πατρίδας µας ενώ το χειµώνα κατα­φθάνουν κι άλλες από το Βορρά. Μήκους 58 εκατοστών, από τις µεγαλύτερες και τις πιο βαριές πάπιες σε όλη την Ευρώπη, απαντάται σε όλα τα νερά, το χειµώνα ακόµα και στην ακροθαλασσιά αλλά και σε ποταµόκολπους, λιµνοθάλασσες, λίµνες, ποτάµια και στις λιµνούλες των πάρκων. Εκτός από το χαρακτηριστικό χρώµα του κεφαλΙΟύ της, η αρσενική πάπια έχει πορφυροκάστανο στήθος, σκούρο σταχτί το πάνω µέρος και πιο ανοιχτόχρωµο το κάτω, ουρά λευκή µε µαύρα, κυρτά προς τα πίσω, τα µεσαία φτερά, κίτρινο ράµφος, πόδια πορτοκαλόχρωµα. Το θηλυκό είναι καστανόξανθο, πιτσι­λωτό. Στο φτέρωµα και των δύο φύλων ξεχωρίζει από απόσταση ο χαρακτηριστικός «καθρέπτης», στο πλάι της φτερούγας, δηλαδή ένα σηµείο µε φτερά ιριδίζοντος χρώ­µατος. Η Πρασινοκέφαλη πετάει µε γρήγορα φτεροκοπήµατα και τρέφεται µε υδρό­βια φυτά, έντοµα, Ψάρια, βατράχια και σκουλήκια. Όταν πλησιάζει η περίοδος της ανα­παραγωγής, το αρσενικό φλερτάρει το θηλυκό µε ένα σιγανό «ρεµπ» και «φιµπ» και η ... εκλεκτή της καρδιάς του απαντά µε ζωηρή φωνή. Φωλιάζει στο έδαφος, µέσα στα καλάµια, κοντά στο νερό. Γεννά 9-12 αβγά. Η επώαση διαρκεί 22-26 µέρες και τα µικρά µπορούν να πετάξουν αφού συµπληρώσουν 56 µέρες ζωής.

Βραχοκιρκίνεζο ( Falco Iinnunculus)

Είδος γερακιού που φωλιάζει σε όλη τη χώρα σε σηµαντικούς, για αρπακτικό που είναι, αριθµούς. Ταξιδεύοντας στην ύπαιθρο πιθανόν να το συναντήσουµε ειτε να πετά χαρακτηριστι­κά επιτόπου είτε καθισµένο σε κάποιο δέντρο, στηµένο σε τηλεφωνικό στύλο κατά µήκος της εθνικής οδού ή πάνω στους βράχους, όπως λέει και το όνοµά του.
Δεν ξεπερνά τα 34 εκατοστά ενώ ξεχωρίζει για τις µυτερές φτερούγες του και τη µακριά, λεπτή ουρά που είναι στην άκρη στρογγυλεµένη. Το φτέρωµα του αρσενικού είναι στο πάνω µέρος καστανοκόκκινο µε µαύρες κηλίδες και στο κάτω µέρος ωχρο­κάστανο µε σκούρα καφετιά οτίγµατα. Γκρίζο το κεφάλι και η ουρά, που καταλήγει σε πλατιά µαύρη ταινία µε άσπρο φτέρωµα στην άκρη. Το θηλυκό Βραχοκιρκίνεζο έχει επίσης καστανοκόκκινο φτέρωµα αλλά µε πυκνές γραµµές αντί για κηλίδες στο πάνω µέρος και ραβδωτή ουρά ενώ απουσιάζουν οι γκρίζες επιφάνειες. Τα νύχια του γερα­κιού αυτού είναι µαύρα και το ράµφος του γαµψό.
Αν και κάπως µεγαλύτερο, το Βραχοκιρκίνεζο µοιάζει µε το Κιρκινέζι. Μάλιστα, τα θηλυκά είναι τόσο όµοια ώστε ο διαχωρισµός τους αποτελεί πραγµατικό πονοκέφαλο ακόµα και για έµπειρους παρατηρητές. Το Βραχοκιρκίνεζο προτιµάει τα ανοιχτά µέρη, αγρούς, ακτές, βουνοπλαγιές αλλά θα το συναντήσουµε και κοντά σε πόλεις. Όταν κυνηγάει τη λεία του, πετάει σε ύψος 7-12 µέτρων, συνήθως επιτόπου, µέχρι να εντο­πίσει την τροφή του οπότε γέρνει απότοµα προς τα κάτω και ορµάει πάνω σε ποντι­κούς, σκαθάρια και ερπετά. Η κραυγή του θα ακουστεί πιο έντονη την περίοδο του ζευγαρώµατος, ένα διαπεραστικό «κλΙ,κλΙ,κλι» που επαναλαµβάνεται. Διαλέγει παλιές φωλιές καρακάξας και κουρούνας για να γεννήσει τα αβγά του, συνολικά 3-6, που κλωσσά το θηλυκό επί 27-29 ηµέρες. Τα νεογέννητα δέχονται τη φροντίδα των γονιών τους και θα πετάξουν µόλις συµπληρώσουν 27-32 ηµέρες ζωής.

Φιδαετός ( Circaetus gallicus)

Οπως λέει και το όνοµά του, ο αετός αυτός έχει ιδαίτερες διατροφικές συνήθειες, καθώς κύριο γεύµα του είναι τα φίδια που ψάχνει στις ανοιχτές περιοχές. Δεν είναι, όµως, άτρωτος στο δηλητήριό τους γι' αυτό και προτιµά τα µη δηλητηριώδη. Ωστόσο, εάν του δοθεί η ευκαιρία, δεν λέει όχι και στις οχιές! Στο κυνήγι των φιδιών τον βοηθούν τα πολύ σκληρά λέπια που προ­στατεύουν τα πόδια του από τα τσιµπήµατα καθώς και τα κοντά του δάχτυλα, µε τα οποία αρπάζει γερά τη λεία του.
Αποδηµητικό πουλί, ο Φιδαετός ξεχειµωνιάζει στην Αφρική. Στη χώρα µας φωλιάζει σε αρκετά µέρη της Ηπειρωτικής Ελλάδας και σε ορισµένα νησιά. Ιδιόρρυθµος και στην εµφάνιση, ο Φιδαετός έχει µατιά πορτοκαλοκίτρινη, κεφάλι µεγάλο σαν της κουκουβά­γιας και µικρό ράµφος που τον κάνει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αρπακτικά. Μήκους 63-65 εκατοστών, το πάνω µέρος του φτερώµατός του είναι τεφροκάστανο µε µαυρι­δερά τα µεγάλα φτερά, καστανό στήθος και λάρυγγα, σε αντίθεση µε το ανοιχτόχρω­µο κάτω µέρος. Στην κοιλιά ο Φιδαετός φέρει καφετιές κηλίδες διαφόρων µεγεθών ενώ εσωτερικά οι φτερούγες του έχουν σκοτεινές γραµµές και πιτσιλιές. Η ουρά του έχει τρεις-τέσσερις µαυριδερές ραβδώσεις ενώ τα πόδια και το ράµφος του είναι γκρίζα. Τα /νεαρά είναι καστανά στο κάτω µέρος µε σκοτεινές κηλίδες.
Πετάει µε µεγαλοπρέπεια, θέαµα εντυπωσιακό. Ανεµοπορεί σε ίσια γραµµή ενώ πολ­λές φορές πετάει επιτόπου και αφήνει τα πόδια του να κρέµονται, κάνοντας πολύ θόρυ­βο καθώς σκίζει τον αέρα. Η φωνή του είναι ένα βραχνό και κλαψιάρικο «τζι» ή ένα αδύναµο «ΟΚ, οκ, ΟΚ».
Συνήθως φτιάχνει τη φωλιά του στα ψηλά των δέντρων χρησιµοποιώντας κλαδάκια. Γεννάει µόνο ένα λευκό αβγά που επωάζεται σε 45-47 µέρες. Ο νεοσσός δέχεται τη στοργική φροντίδα και των δύο γονιών και κάνει τις πρώτες του πτήσεις µόλις συµπλη­ρώσει 70 -75 µέρες ζωής.

Νεροκοτσέλα ( Rallus aquaticus )

Περισσότερο την ακούµε παρά τη βλέπουµε, καθώς περνάει τη µέρα της κρυµµένη µέσα στα βούρ­λα και τα καλάµια των ελών και των λιµνών.
Μήκους 28 εκατοστών, η Νεροκοτσέλα ξεχωρίζει για το πολύ µακρύ κόκκινο ράµ­φος, που γέρνει προς τα κάτω, το καστανό φτέρωµα µε τα µαύρα στίγµατα στο πάνω µέρος του σώµατος, που έρχεται σε αντίθεση µε το γκριζογάλανο χρώµα του στήθους, του λαιµΟύ και του κεφαλιού. Έχει µεγάλα πόδια µε µακριά δάχτυλα, κοντή και ελαφρώς ανασηκωµένη ουρά, µε ασπριδερό το κάτω µέρος ενώ χαρα­κτηριστικές είναι οι άσπρες και µαύρες ραβδώσεις στα πλευρά.
Νευρικό και µυστηριώδες πουλί, δίνει την εντύπωση ότι είναι πάντα ... θυµωµένο! Ζει χωµένη µέσα στη βλάστηση του έλους, της λίµνης και του βάλτου, πότε πότε όµως βγαίνει από την κρυψώνα της και κάθεται στους θάµνους στο ύπαιθρο. Κατά µέρος µεταναστευτικό πουλί, ζευγαρώνει σε υγροτόπους της ηπειρωτικής Ελλάδας και ξεχειµωνιάζει σε ολόκληρη τη χώρα.
Την άνοιξη, το αρσενικό φλερτάρει τη θηλυκή Νεροκοτσέλα µε ένα επίµονο «γκιπ ... γκιπ ... γκιπ", συνοδεύοντάς το µε πολλούς ... αναστεναγµούς, γρυλίσµατα κι ένα οξύ «ΚΙΚ,ΚΙΚ,ΚΙΚ". ΤΟ θηλυκό αποκρίνεται στο ερωτικό κάλεσµα µε ένα «ΠΙΙΠ, /' ΠΙΙΠ, πιιρρρ".Η Νεροκοτσέλα τρέφεται µε µικρά ψάρια, σκουλήκια, έντοµα, σαλι γκάρια και βατράχια.
Φωλιάζει πάνω από τα ρηχά νερά, στα βούρλα και στις καλαµιές. Γεννάει δύο φορές το χρόνο από 6-11 αβγά µε καφετιές κηλίδες. Οι γονείς κλωσσούν επί 19-22 µέρες και φροντίζουν από κοινού τους νεοσσούς, που κάνουν τα πρώτα τους πετάγµατα µετά από 20-30 µέρες. Οι νεογέννητες Νεροκοτσέλες µοιάζουν µε κλωσσόπουλα. Ωστόσο, είναι κατάµαυρες και προδίδονται επίσης από τα τεράστια πόδια τους.

Καλαµοκανάς ( Himantopus himantopus)

Με το ασπρόµαυρο φτέρωµα, το µακρύ ράµφος και τα ψιλόλιγνα κόκκινα πόδια, µοιάζει περισσότερο µε ... µινιατούρα πελαργού! σ Καλαµοκανάς, µε λεπτά και εξαιρετικά µακριά για το µπόι του πόδια σαν καλάµια, όπως δηλώνει και το όνοµά του, απο­τελεί εύγλωττο παράδειγµα· προσαρµογής των παρυδάτιων πουλιών στη ζωή των ρηχών νερών.
Είναι τόσο χαρακτηριστικός που δεν πρόκειται να τον µπερδέψουµε µε κανένα άλλο πουλί. Το σώµα του έχει περίπου το µέγεθος του περιστεριού αλλά τα πόδια φτάνουν σε µήκος τα 20 ολόκληρα εκατοστά! Πραγµατικός κοσµοπολίτης, γνώριµη φιγούρα των βάλτων σε πολλές τροπικές και υποτροπικές κυρίως περιοχές του κόσµου. Οι βορειότεροι πληθυσµοί του Καλαµοκανά, που αναπαράγονται στη βόρεια Αµερική και την Ευρασία, είναι µεταναστευτικοί. Γι' αυτό και στην Ελλάδα εµφανίζεται από την άνοιξη µέχρι το τέλος του καλοκαιριού έως τις αρχές του φθινοπώρου, οπότε και αναχωρεί για την Αφρική, νότια της Σαχάρας. Ταξιδεύει κατευθείαν, πετώντας πάνω από τη θάλασσα. Εάν είµαστε τυχεροί, µπορούµε να δούµε ένα κοπάδι από τα ασυνήθιστα αυτά στην εµφάνιση πουλιά, καθώς προσπερνούν το πλοίο, φτερουγίζοντας ανάλαφρα µε τις µακριές και µυτερές φτερούγες τους Φωλιάζει συνήθως κατά αποικίες πολλών ζευγαριών σε υγροτόπους µε ρηχό, γλυκό ή υφάλµυρο νερό. Τότε είναι που µπορεί να δούµε τα πουλιά αυτά να γυροπετούν φωνάζοντας παραπονιάρικα ενώ δεν αποκλείεται να προχωρήσουν και σε προειδοποιητικές ... επιθέσεις, για να τα αφήσουµε στην ησυχία τους! σ τόπος αναπαρα­γωγής του κάνει τον Καλαµοκανά ιδιαίτερα ευάλωτο στην ανθρώπινη παρουσία και ενόχληση. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί και το τσαλαπάτηµα των φωλιών από ζώα που βόσκουν. Στην Ελλάδα οι πληθυσµοί του, κυρίως λόγω της αποξήρανσης αρκετών υγροτόπων, εµφανίζουν τάσεις µείωσης.
Μια τυπική οικογένεια Καλαµοκανά αποτελείται από τους δύο γονείς και τέσσερα µικρά που, όταν γεννιούνται, τίποτε στα χαρακτηριστικά τους δεν προδίδει ότι θα ψηλώσουν τόσο και θα εξελιχθούν σε παράδοξα πλάσματα της φύσης!

Γκιώνης (Otus scops)

Είναι το µικρότερο νυχτόβιο αρπακτικό της Ελλάδας, µήκους µόλις 19 εκατοστών. Κοινό πουλί στην Ελλάδα, ιδίως κατά τη διάρκεια της µετανάστευσης. Σε αντίθεση µε τις άλλες Κουκουβάγιες, οι περισ­σότεροι Γκιώνηδες φεύγουν για την Αφρική το χειµώνα. Στην Ελλάδα πάντως ξεχειµωνιάζουν αρκετοί από την Π ελοπόννησο , την Αττική και νότια.
Η φωνή του Γκιώνη, πολύ χαρακτηριστική και µονότονη, µας συντροφεύει τις καλοκαιρινές νύχτες. Εχει προσαρµοστεί κοντά στον άνθρωπο και τον συναντάµε σε δέντρα κοντά σε σπίτια, σε φυλλοβόλα δάση, ακόµα και σε κωνοφόρα δάση υψηλού υψοµέτρου.
Λίγο πιο µικρός από την Κουκουβάγια, ο Γκιώνης έχει πιο λεπτό σώµα, λίγο µικρό­τερο κεφάλι µε φΟύντες από φτερά στα αφτιά και µακρύτερη ουρά. Υπάρχουν δυο ποικιλίες χρωµατισµού αυτού του πουλιού, η µία σταχτιά και η άλλη κοκκινωπή.Τα µάτια του είναι κίτρινα, ενώ στις πλευρές του κεφαλιού έχει δύο µικρά λοφία, όπως οι Μπούφοι.
Πετάει συνήθως ίσια και οµαλά χωρίς τα ζιγκ-ζαγκ που κάνει η Κουκουβάγια. Βγαίνει κυρίως και κυνηγάει τη νύχτα. Είναι πολύ δύσκολο να τον διακρίνουµε την ηµέρα εξαιτίας του µικρού µεγέθους του και του κρυπτικού χρωµατισµού του. Τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά µε µεγάλα έντοµα (νυχτοπεταλούδες Κ.ά.). Σπανιότερα τρώει και µικρά πουλιά και τρωκτικά. Κατασκευάζει τη φωλιά του στις σχισµές των κορµών ή χρησιµοποιεί φωλιές που έχουν εγκαταλείψει άλλα πουλιά. Το θηλυκό γεννάει τον Απρίλιο 4-5 αβγά που κλωσσάει για 24-25 µέρες. Τα µικρά µεγαλώνουν και οι δύο γονείς. Οι νεοσσοί πετούν αφού συµπληρώσουν 21-29 µέρες ζωής.

Νερόκοτα ( Gallinula chloropus )

Από τα πιο τυπικά υδρό­βια, τη βρίσκουµε όπου υπάρχει νερό. 'Οι Νερόκοτες που απαντούν στην Ελλάδα είναι επιδηµητικές αλλά το χειµώνα καταφθάνουν κι άλλες από το Βορρά. Χοντρό, µαυριδερό πουλί, ζει στα τέλµατα, τους νερόλακκους και τα στάσιµα νερά,σε κανάλια, λίµνες και ποτάµια. Πλέει µε ευκινησία, κουνώντας νευρικά το κεφάλι και, εάν χρειαστεί, βουτάει για να αποφύγει τον κίνδυνο.
Μήκους 33 εκατοστών, η Νερόκοτα έχει µια ζωηρή αλλά ακανόνιστη λευκή γραµ­µή στα πλευρά που «σπάει» τη µονοτονία του µαύρου φτερώµατος της, άσπρα τα κάτω καλυπτήρια φτερά της ουράς, κόκκινο µέτωπο και κόκκινο ράµφος µε κίτρι­νη άκρη. Τα πράσινα πόδια της έχουν πάνω από την άρθρωση µια κόκκινη ... «καλτσοδέτα».'ΟΙ ανήλικες Νερόκοτες έχουν φτέρωµα σταχτοκάστανο µε ασπρου­δερή κοιλιά, ενώ το ράµφος και το µέτωπό τους είναι καστανοπράσινα.
Η Νερόκοτα προτιµάει το κολύµπι από το πέταγµα. Δύσκολα σηκώνεται από τα νερά του έλους όπου συχνάζει. Όταν αποφασίσει να πετάξει, διανύει αρκετή απόσταση φτερουγίζοντας, τρέχοντας σχεδόν πάνω στην επιφάνεια του νερού, προτού απογειωθεί! Η πτήση της, σε χαµηλό ύψος, δεν διαρκεί πολύ. Όσο για τη φωνή της, είναι ένα τραχύ και διαπεραστικό «ΚΙΡΡΚ». Η Νερόκοτα τρέφεται µε φυτά, έντοµα, αβγά ψαριών.
Φωλιάζει στις καλαµιές και τους θάµνους κοντά στο νερό, καµιά φορά και στα δέντρα ή και σε παλιές φωλιές άλλων πουλιών. Γεννάει άνοιξη και καλοκαίρι από 5-9 αβγά που κλωσσούν και οι δύο γονείς επί 21-22 ηµέρες. 'Οι νεοσσοί δέχονται τις περιποιήσεις του αρσενικού και του θηλυκού και κάνουν τα πρώτα τους πετάγµατα µετά από 40-50 µέρες ζωής. Συχνά τα παιδιά της πρώτης γέννας βοηθούν στην ανατροφή των µικρών τους αδερφών που γεννιούνται αργότερα.

Τσαλαπετεινός ( Upupa epops)

Από τα πιο χαρακτηριστικά και απαραγνώριστα πουλιά της Ευρώπης, µε σήµα κατατεθέν το κοκκινωπό λοφίο που έχει µαύρες µύτες, πότε ανοιχτό σαν βεντάλια και πότε κλειστό προς τα πίσω. Μήκους 28 εκατοστών, ο Τσαλαπετεινός έρχεται στη χώρα µας στις αρχές της άνοιξης και φεύγει περίπου στα µέσα Σεπτεµβρίου.Εχει φτέρωµα πορτοκαλοκόκκινο µε εγκάρσιες λωρίδες άσπρου και µαύρου χρώµατος στις φτερούγες, τη ράχη και την ουρά. Το ράµφος του είναι µακρύ και κυρτό.
Αφήνει ένα υπόκωφο "που-που-που", το οποίο ακούγεται σε µεγάλη απόσταση και µοιάζει από µακριά σαν σκύλος που γαβγίζει. Πετάει ιδιόρρυθµα και µάλλον ... βαριεστηµένα, σε χαµηλό ύψος, ανοίγοντας αργά τις µεγάλες, στρογγυλεµένες του φτερούγες, κυµατιστά όπως ορισµένες πεταλούδες! Ψάχνει για την τροφή του στο έδαφος, κυρίως έντοµα, κάµπιες εντόµων και σκουλήκια, που ξετρυπώνει από το χώµα χάρη στο µακρύ του ράµφος-εργαλείο. Πιο σπάνια τρέφεται µε σαύρες. Περπατάει αλλάζοντας κατεύθυνση συνεχώς και το βάδισµά του θυµίζει ... χαλασµένη βελόνα πυξίδας! Είναι ωφέλιµο πουλί για τους γεωργούς, καθότι εντοµοφάγο και προστατεύεται από τη νοµοθεσία.
Θα συναντήσουµε τον Τσαλαπετεινό σε λιβάδια, βοσκοτόπους προβάτων, κήπους, αγρούς, ελαιώνες, αµπέλια αλλά και στην άκρη του δάσους. Φωλιάζει στις κουφάλες γέρικων δέντρων ή στις τρύπες των βράχων, µερικές φορές σε κτίρια και σε ερείπια. Γεννάει µία ή δύο φορές το Μάιο έως lούλιο από 5-8 αβγά τα οποία κλωσσάει το θηλυκό επί 16-18 µέρες. Οι νεοσσοί δέχονται τη φροντίδα και των δύο γονιών και πετούν µετά 26-29 µέρες.

Ταιφτάς (Miliaria calandra)

Τσιχλόνι διαδεδοµένο στη χώρα µας, που µπορούµε σχετικά εύκολα να εντοπίσουµε, αφού του αρέσει να κάθεται σε περίο­πτες θέσεις, στην κορυφή δέντρων ή πάνω σε σύρµατα και συρµατοπλέγµατα. Οµως, επειδή δεν έχει κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στο φτέρωµά του, καµιά φορά µπορεί να µπερδέψουµε τον Τσιφτά µε ένα σπουργίτι. Το τραγούδι του, πολύ χαρακτηριστικό, ακούγεται όλο το χρόνο και µοιάζει λίγο µε το θόρυβο που κάνει µια αρµαθιά από κλειδιά! Στρουµπουλό (µήκος 18 εκ.) εµφανίζεται σε διάφορα ανοιχτά εδάφη µε σκόρπια δέντρα, ακόµα και σε αγρούς, ο Τσιφτάς έχει κάθε άλλο παρά τυπικές αναπαραγωγικές συνήθειες. Αλλοτε δηλαδή εµφανίζεται µονογαµικός ενώ συχνά ένα αρσενικό µπορεί να ζευγαρώσει µε περισσότερα θηλυκά, καµιά φορά µέχρι και µε 7! Επίσης, δεν αποκλεί­εται ένα θηλυκό να ζευγαρώσει µε περισσότερα αρσενικά! Από πιο κοντά οι χρωµα­τισµοί του θυµίζουν λίγο των Κορυδαλλών αλλά οι συνήθειές του είναι τυπικές του γένους του. Το φτέρωµά του είναι φαιόχρωµο, ιδιαίτερα στο κεφάλι και το πάνω µέρος του σώµατος ενώ σκούρα στίγµατα υπάρχουν σε όλο το σώµα, πιο έντονα στο στήθος. Το κοντόχοντρο ράµφος του προδίδει την προτίµησή του για σπόρους, αν και τρέφεται και µε έντοµα. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, ο αρσενικός εκτελεί γαµήλιες πτήσεις µικρής διάρκειας, µε ρηχά και σύντοµα φτεροκοπήµατα. Γεννά στο έδαφος ανάµεσα στη βλάστηση, 2 με 3 φορές το χρόνο, από 3 εώς 5 αυγά που κλωσσά το θηλαστικό για 12-13 μέρες. Τα νεαρά είναι ικανά να πετάξουν μετά από 11-14 μέρες ζωής.

Αετοµάχος (Lanius collurio)

Ωδικό πουλί µε συµπεριφορά αρπα­κτικού, όπως όλοι οι κεφαλάδες. Μήκους 17 εκατοστών, ο Αετοµάχος παραµονεύει από µια ψηλή θέση και εφορµά στα έντοµα που περνούν από εµπρός του, καρφώνοντας τη λεία του στα αγκάθια των θάµνων!
Καλοκαιρινός επισκέπτης, φωλιάζει σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και σε ορισµένα νησιά. Γενικά αποφεύγει τα χαµηλά υψόµετρα.
Ο αρσενικός Αετοµάχος έχει πυρόξανθο φτέρωµα στη ράχη του ενώ το πρόσωπό του αυλακώνεται από µια φαρδιά και χαρακτηριστική µαύρη λωρίδα. Ο λαιµός, τα µάγουλα και το φρύδι έχουν χρώµα λευκό. Στην κορυφή του κεφαλιού του το πουλί φέρει σταχτογάλανο στέµµα, ίδιας απόχρωσης µε τα φτερά στο κάτω µέρος της ράχης, στη βάση της ουράς. Το κάτω µέρος του σώµατος του είναι ασπρορόδινο, η ουρά του µαύρη µε λευκά τα εξωτερικά της φτερά. Πολύ πιο διαφορετική είναι η εµφάνιση του θηλυκού Αετοµάχου, που δεν έχει στο πρόσωπο τη µαύρη ταινία. Η ράχη της είναι άτονη, καστανοκόκκινη, το κάτω µέρος ανοιχτοκίτρινο µε χαρακτηριστικά στίγµατα σε σχήµα µισο­φέγγαρου. Τα ανήλικα µοιάζουν µε τα θηλυκά αλλά έχουν πιο έντονα τα "µισοφέγγαρα" στην κοιλιά.
Το τραγούδι του Αετοµάχου είναι ένα σιγανό τερέτισµα διαρκείας, ανακατεµµένο µε µιµήσεις άλλων" πουλιών. Θα τον συναντήσουµε σε ανοιχτές περιοχές µε θάµνους αλλά και σε ξέφωτα του δάσους, να καραδοκεί όχι µόνο για έντοµα αλλά και για ποντίκια, βατράχια και µικρά πουλιά. Φωλιάζει µέσα στους πυκνούς και αγκαθωτούς θάµνους, σε φωλιά που φτιάχνει από χόρτα και κλαδάκια. Γεννάει 5-6 αβγά, τα οποία κλωσσάει το θηλυκό επί 13 -16 µέρες. Οι νεοσσοί δέχονται τη στοργική φροντίδα του ζευγαριού και κάνουν τα πρώτα πετάγµατα από τη φωλιά µετά από δύο εβδοµάδες.

Πρασινοκέφαλη (Anas platyrhynchos)
 
Βραχοκιρκίνεζο ( Falco Iinnunculus)
 
Φιδαετός ( Circaetus gallicus)
 
Νεροκοτσέλα ( Rallus aquaticus )
 
Καλαµοκανάς ( Himantopus himantopus)
 
Γκιώνης (Otus scops)
 
Νερόκοτα ( Gallinula chloropus )
 
Τσαλαπετεινός ( Upupa epops)
 
Ταιφτάς (Miliaria calandra)
 
Αετοµάχος (Lanius collurio)