Η μάχη του Μαραθώνος
Η σύγκρουση
Μετά την κατάληψη το 490 π.Χ., και την καταστροφή της Ερέτριας ο περσικός στρατός υπό τον Δάτι με διοικητή του στόλου τον Αρταφέρνη, διέπλευσε τον νότιο Ευβοϊκό και αποβιβάστηκε στην παραλία του Μαραθώνα, κατά μήκος του σημερινού Σχοινιά, όπου και στρατοπέδευσε. Κατά τον Ηρόδοτο, οι Πέρσες διάλεξαν αυτή τη θέση για να αποβιβασθούν και να στρατοπεδεύσουν έπειτα από συμβουλή του Ιππία, του εξόριστου γιου του τυράννου Πεισιστράτου ο όποιος συνόδευε τους εισβολείς. Πίστευε ο Ιππίας , ότι ο γεωργικός πληθυσμός της περιοχής του Μαραθώνος θα τον δεχόταν ευνοϊκά, επειδή οι εκεί αγρότες διατηρούσαν ακόμη αγαθές αναμνήσεις από τη διακυβέρνηση των Πεισιστρατιδών. Εκτός αυτού η μεγάλη πεδιάδα βοηθούσε στις κινήσεις και τους ελιγμούς του περσικού ιππικού , που θα λάμβανε μέρος στη σύγκρουση με τους Αθηναίους.
Οι Πέρσες σκόπευαν να διασχίσουν την Αττική και να πολιορκήσουν την Αθήνα. Οι στρατηγοί στην Αθήνα μόλις πληροφορήθηκαν τα σχέδια των Περσών, έστειλαν αμέσως κήρυκα (αγγελιαφόρο) στη Σπάρτη για να ζητήσουν βοήθεια, τον ἡμεροδρόμο (ταχυδρόμο, δρομέα μεγάλων αποστάσεων) Φιλιππίδη. Παρά τους θερμούς λόγους του Αθηναίου απεσταλμένου, οι Σπαρτιάτες βρίσκονταν σε αδυναμία να ανταποκριθούν αμέσως στην παράκληση των Αθηναίων γιατί υπήρχε θρησκευτικό κώλυμα. «Ἦταν ἡ ἔνατη μέρα τοῦ μηνός, καί εἶπαν ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ ἐκστρατεύσουν τὴν ἔνατη, γιατὶ δὲν ἦταν γεμάτη ἡ σελήνη. Ἐνῶ λοιπὸν αὐτοί περίμεναν τὴν πανσέληνο, τοὺς βαρβάρους τοὺς ὁδηγοῦσε στὸν Μαραθώνα ὁ Ἱππίας τοῦ Πεισιστράτου»10. Ο Πεισιστρατίδης πίστευε ότι η περσική επιχείρηση θα είχε αίσια κατάληξη, γιατί «τὸ προηγούμενο βράδυ εἶχε δεῖ στὸν ὕπνο του τοῦτο τὸ ὀνειρο: εἶχε κοιμηθεῖ, λέει, μὲ τὴν ἴδια του τὴ μητέρα. Συμπέρανε λοιπὸν ἀπὸ τὸ ὅνειρο ὅτι θὰ ἐπέστρεφε στὴν Ἀθήνα καὶ θὰ ἀνακτοῦσε τὴν ἐξουσία, καὶ ὅτι θὰ πέθαινε, γέρος πιά, στὴν πατρίδα του»11.
Έτσι λοιπόν έφθασε ο περσικός στόλος στον Μαραθώνα και ό Ιππίας άρχισε να παρατάσσει τους βαρβάρους. Κατά την επιχείρηση αυτή συνέβη στον Ιππία το περιστατικό που διηγείται ο Ηρόδοτος12, αντίθετο σε σημασία προς το όνειρο του. «Καὶ ἐνῶ τὰ ἔκανε αὐτὰ τοῦ ἦρθε ξαφνικὰ καὶ φταρνίστηκε καὶ ἔβηξε πιὸ δυνατὰ ἀπ’ ὅ,τι συνήθιζε. Καθὼς ἦταν ἡλικιωμένος καὶ τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ δόντια του κουνιόνταν, ἕνα ἀπὸ τὰ δόντια του τοῦ βγῆκε ὅπως ἔβηξε δυνατὰ. Τοῦ ἔπεσε ἐκεῖ στὴν ἄμμο κι αὐτὸς ἔψαξε πολὺ γιὰ νὰ τὸ βρεῖ. Καθὼς λοιπὸν δὲν φανερωνόταν τὸ δόντι, ἀναστέναξε καὶ εἶπε σ’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονταν κοντά του: “ἡ γῆ αὐτὴ δὲν εἶναι δική μας, καὶ οὔτε θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ τὴν κατακτήσουμε. Ὅσο μέρος ἀπὸ αὐτὴν μοῦ ἀνήκει τὸ κατέχει τὸ δόντι μου”».
Η εκλογή του Μαραθώνα ως τόπου αποβίβασης των Περσών δεν ήταν τυχαία. Ήταν κατάλληλος για το περσικό ιππικό, είχε νερό και τροφή, άλλα για τον Ιππία, που ήλπιζε να καταλάβει την αρχή, υπήρχε και ένας ιδιαίτερος λόγος. Από εκεί είχε ξεκινήσει ο πατέρας του Πεισίστρατος, το 546 π.Χ., για την τρίτη τυραννίδα της Αθήνας, και πίστευε πως οι εκεί άνθρωποι του ήταν φιλικοί13. Οι Αθηναίοι έπειτα από πρόταση του Μιλτιάδη, ενεργώντας παράτολμα, κινήθηκαν εναντίον τους. Έσπευσαν να τους αντιμετωπίσουν αποφασισμένοι να σταματήσουν εκεί τον εισβολέα , που σκόπευε να διασχίσει την Αττική και να προσβάλει την Αθήνα από την ξηρά, ενώ ο περσικός στόλος θα προσορμιζόταν στο Φάληρο, και στρατοπέδευσαν κοντά στο Ηράκλειο, ιερό του Ηρακλέους, στον Μαραθώνα. Στο ψήφισμα που ψηφίστηκε από τους Αθηναίους, κατά πρόταση του Μιλτιάδη, αναφέρεται ο Αριστοτέλης14 με τούτα τα λόγια: «ἐπισιτισαμένους ἔφη δεῖν ἐξιέναι τὸ Μιλτιάδου ψήφισμα» (αφού πάρουν τρόφιμα να ξεκινήσουν). Οι μόνοι που συνέτρεξαν ήταν οι Πλαταιείς, οι οποίοι έσπευσαν να βοηθήσουν με 1.000 στρατιώτες. Η αθηναϊκή δύναμη συνολικά έφτασε τους 10.000 άνδρες και την διοικούσαν οι δέκα στρατηγοί, μεταξύ των οποίων και ο Μιλτιάδης. Ενδέκατος ήταν ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, Αφιδναίος, τον οποίο έπεισε ο Μιλτιάδης να δεχθεί το δικό του σχέδιο μάχης. Τα λόγια του Μιλτιάδη διέσωσε ο Ηρόδοτος15: «Ἀπὸ σένα τώρα, Καλλίμαχε, ἐξαρτᾶται ἂν θὰ ἀφήσεις νὰ ὑποδουλωθεῖ ἡ Ἀθήνα ἢ ἂν θὰ συμβάλεις στὴν ἐλευθερία της κάνοντας ἀθάνατη τὴ μνήμη σου, ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πιὸ πολὺ καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρμόδιο καὶ τὸν Ἀριστογείτονα. Γιατὶ τώρα ἀκριβῶς οἱ Ἀθηναῖοι, ἀπὸ τότε ποὺ ὑπάρχουν, διατρέχουν τὸν μεγαλύτερο κίνδυνο. Καὶ ἂν μὲν ὑποκύψουν στοὺς Μήδους, θὰ παραδοθοῦν στὸν Ἱππία καὶ ξέρουμε ὅλοι τί θὰ πάθουν. Ἂν ὅμως σωθεῖ αὐτὴ ἡ πόλη, θὰ μπορέσει νὰ γίνει ἡ πρώτη μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν πόλεων. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ συμβεῖ αὐτὸ καὶ πῶς ἔχεις ἐσὺ τὴν ἐξουσία πάνω στὰ πράγματα, τώρα ἀμέσως θὰ σοῦ πῶ: οἱ δικές μας γνῶμες τῶν δέκα στρατηγῶν εἶναι μοιρασμένες, καὶ ἄλλοι προτείνουν νὰ πολεμήσουμε τὼρα, καὶ ἄλλοι νὰ μὴν τὸ κάνουμε. Ἂν ὅμως δὲν πολεμήσουμε τώρα, φοβᾶμαι ὅτι θὰ προκύψει μεγάλη διχογνωμία ποὺ θὰ ἐπηρεάσει τὸ φρόνημα τῶν Ἀθηναίων , ὥστε να μηδίσουν. Άλλὰ ἂν ἐπιτεθοῦμε , πρὶν γεννηθεῖ στοὺς Ἀθηναίους κάποια νοσηρὴ σκέψη, καὶ οἱ θεοὶ σταθοῦν δίκαιοι, θὰ μπορέσουμε νὰ νικήσουμε στὸν πόλεμο. Ὅλα αὐτὰ ὅμως τώρα ὑπάγονται σὲ σένα καὶ ἀπὸ σένα ἐξαρτῶνται. Γιατὶ ἂν καὶ ἐσὺ ἀκολουθήσεις τὴ δική μου γνώμη, καὶ ἡ πατρίδα σου θὰ εἶναι ἐλεύθερη καὶ ἡ πόλη σου πρώτη ἀπὸ ὅλες τὶς ἑλληνικές. Ἂν ὅμως προτιμήσεις τὴ γνώμη ἐκείνων ποὺ θέλουν νὰ ἀποφύγουν τὸν πόλεμο, θὰ συμβοῦν τὰ ἀντίθετα ἀπὸ τὰ καλὰ γιὰ τὰ ὁποῖα σοῦ μίλησα».
Ο Καλλίμαχος δέχτηκε τις απόψεις του Μιλτιάδη και κατά την ψηφοφορία μεταξύ των στρατηγών αποφασίστηκε η σύγκρουση με τους Πέρσες16. «Ὕστερα ἀπὸ αὐτό, οἰ στρατηγοὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ὅταν ἐρχόταν ἡ ἡμερα ποὺ ἦταν τοῦ καθενὸς ἡ σειρὰ νὰ ἀναλάβει τὴν ἀρχηγία, παραχωροῦσε τὴ θέση του στὸν Μιλτιάδη. Ἐκεῖνος πάλι τὴν δεχόταν, ἀλλὰ δὲν ἄρχιζε τὴν ἐπίθεση πρὶν ἔλθει ἡ δική του σειρὰ στὴν ἀρχηγία».
Όταν ήλθε η ημέρα της αρχηγίας του, ο Μιλτιάδης παρέταξε τον στρατό με τον εξής τρόπο, ετοιμάζοντας τη σύγκρουση με τους Πέρσες17: «Τοῦ δεξιοῦ κέρατος ἡγεῖτο ὁ πολέμαρχος Καλλίμαχος, γιατὶ τέτοιος ἦταν ὁ νόμος στοὺς Ἀθηναίους, ὁ πολέμαρχος νὰ ἔχει τὸ δεξιὸ κέρας. Μετὰ τὸν ἀρχηγὸ ἀκολουθοῦσαν οἱ φυλές ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, κατὰ τὴν τάξη ποὺ εἶχε ὁριστεῖ. Τελευταῖοι παρατάχθηκαν, κατέχοντας τὸ ἀριστερὸ κέρας, οἱ Πλαταιεῖς. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ μάχη καὶ μετὰ ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι προσφέρουν θυσίες στὶς πανηγύρεις τους κάθε πέντε χρόνια, ὁ Ἀθηναῖος κήρυκας κάνει ἀπὸ κοινοῦ εὐχὲς γιὰ τὴν εὐτυχία τῶν Ἀθηναίων καὶ τῶν Πλαταιέων. Παρατάχθηκαν λοιπὸν τότε οἱ Ἀθηναῖοι στὸν Μαραθώνα κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε τὸ στράτευμά τους νὰ καταλαμβάνει τὴν ἴδια ἔκταση μὲ τὸ μηδικὸ στράτευμα. Καὶ ἐνῶ τὸ μέσο τῆς παράταξης ἦταν ἀραιότερο, καὶ ἔτσι ἀσθενέστερο, τὰ δύο κέρατα ἦταν πολὺ ἰσχυρὰ λόγω τοῦ πλήθους τῶν στρατιωτῶν.
Ἀφοῦ παρατάχθηκαν οἱ Ἀθηναῖοι καὶ τὰ σφάγια τῶν θυσιῶν ἀποδείχτηκαν εὐνοϊκά, ἀμέσως μόλις δόθηκε τὸ σύνθημα τῆς μάχης , ὅρμησαν τρέχοντας ἐναντίον τῶν βαρβάρων. Καὶ ἡ ἀπόσταση ποὺ τοὺς χώριζε δὲν ἦταν μικρότερη ἀπὸ ὀκτὼ στάδια. Ἐντωμεταξὺ οἱ Πέρσες, βλέποντάς τους νὰ ἔρχονται τρέχοντας καταπάνω τους, ἑτοιμάζονταν νὰ τοὺς ὑποδεχτοῦν. Τοὺς φάνηκε ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι εἴχαν καταληφθεῖ ἀπό μανία πολὺ καταστροφική, βλέποντάς τους ἐνῶ ἦταν τόσο λίγοι νὰ προχωροῦν τρέχοντας, χωρὶς νὰ διαθέτουν οὔτε ἄλογα οὔτε τοξότες. Αὐτὰ λοιπὸν φαντάζονταν οἱ βάρβαροι. Ὄσο γιὰ τοὺς Ἀθηναίους, ἀφοῦ πλησίασαν ὅλοι μαζὶ τοὺς βαρβάρους, ἄρχισαν νὰ μάχονται μὲ ἀξιοθαύμαστο τρόπο».
Τίποτα δεν προδίδει σήμερα στον κάμπο του Μαραθώνα τη μεγάλη μάχη του 490 π.Χ. Οι δέκα χιλιάδες Αθηναίοι και Πλαταιείς, οι πολλαπλάσιοι Πέρσες, οι δούλοι, μάχονταν απεγνωσμένα μέσα στον ήλιο του Σεπτεμβρίου και τη σκόνη που πυκνό σύννεφο τους κάλυπτε. Οι πολεμικές ιαχές, οι προσταγές, οι κραυγές της αγωνίας των πληγωμένων και των ετοιμοθάνατων, ή κλαγγή των ασπίδων, των σπαθιών και των δοράτων δημιουργούσαν ατμόσφαιρα εξωπραγματική. Ο Ηρόδοτος περιγράφει τη μάχη με πολύ λίγα λόγια, εντελώς συνοπτικά, παρά τη μεγάλη, κατ' αυτόν, διάρκεια της. Λέει18 λοιπόν ότι «μαχόμενων δὲ ἐν τῷ Μαραθῶνι χρόνος ἐγίνετο πολλός» (η μάχη στον Μαραθώνα κράτησε πολύ). Η φράση του Ηροδότου δεν πρέπει να ερμηνευθεί με τα σημερινά κριτήρια, όπου η σύγκρουση των ανδρών γίνεται στο τέλος μιας μακρότατης μάχης πυροβόλων. Η μάχη του Μαραθώνος βάστηξε19 περίπου μία ώρα. Η μάχη του Azincourt (25 'Οκτ. 1415) κράτησε μιάμιση ώρα και του Βατερλώ (18 Ιούν. 1815) από τις 11 το πρωί έως τις 8.30' το βράδυ.
Κατά την ιστορική έρευνα, αντίθετα από όσα λέει ό Ηρόδοτος, φαίνεται πως τις εχθροπραξίες τις άρχισαν οι Πέρσες. Οι Αθηναίοι για να τους αποκρούσουν κινήθηκαν εναντίον τους, προς την πεδιάδα, μάλιστα στο τέλος άρχισαν να τρέχουν , γιατί τα βέλη των Περσών έπεφταν πυκνά. Ο Ηρόδοτος λέει20: «Πρῶτοι οἱ Ἀθηναῖοι ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, ὅσο γνωρίζουμε, ἐπιτέθηκαν τρέχοντας στοὺς ἐχθρούς τους καὶ πρῶτοι αὐτοὶ ἄντεξαν στὴ θέα τῆς μηδικῆς στολῆς καὶ τῶν ἴδιων τῶν ἀντρῶν ποὺ τὴ φοροῦσαν. Γιατὶ μέχρι τότε τοὺς Ἔλληνες καὶ μόνο ποὺ ἄκουγαν τὸ ὄνομα τῶν Μήδων , τοὺς ἔπιανε φόβος».
Το κέντρο των Αθηναίων, πιο αδύνατο, υποχώρησε υπό την πίεση που ασκούσαν οι Πέρσες και οι Σάκες. Στα πλευρὰ, τα ισχυρότερα, νικούσαν οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς, οι οποίοι περικύκλωσαν το κέντρο και ανέτρεψαν τη δυσμενή για τους Αθηναίους τροπή. Οι Πέρσες υποχώρησαν, παρά την ισχυρή άμυνα τους, πανικόβλητοι προς την ακτή και μπόρεσαν να επιβιβαστούν στα πλοία τους, από τα όποια έχασαν επτά που κυρίευσαν οι Αθηναίοι. «Στὸ κέντρο τῆς παράταξης, ὅπου ἦταν παραταγμένοι οἱ ἴδιοι οἱ Πέρσες καὶ οὶ Σάκες, νικοῦσαν οἱ βάρβαροι. Ἐκεῖ λοιπὸν νικοῦσαν οἱ βάρβαροι, οἱ ὁποῖοι , ἀφοῦ διέρρηξαν τὶς τάξεις τους τοὺς καταδίωκαν πρὸς τὸ ἐσωτερικό.Στὰ πλευρὰ ὅμως νικοῦσαν οἱ Ἀθηναῖοι καὶ οἱ Πλαταιεῖς. Καθὼς τοὺς νικοῦσαν, ἐνῶ ἄφηναν νὰ φεύγουν τοὺς βαρβάρους , ἐνώνοντας τὰ δύο πλευρά τους ἄρχισαν νὰ χτυποῦν ἐκείνους ποὺ εἶχαν διασπάσει τὸ κέντρο τῆς παράταξής τους. Καὶ νικοῦσαν οἱ Ἀθηναῖοι. Καὶ καταδίωκαν τοὺς Πέρσες ποὺ ἔφευγαν κατακόβοντάς τους, καὶ μόλις ἔφθαναν στὴ θάλασσα γύρευσαν νὰ ἀνάψουν φωτιὲς καὶ καταλάμβαναν τὰ πλοῖα τους»21.
Ένα υπερφυσικό συμβάν διασώζει ο Ηρόδοτος22. Το είχε διηγηθεί ένας τυφλός πολεμιστής του 490 π.Χ., ο Επίζηλος, για τον οποίο ερεύνησε ο ιστορικός. «Συνέβη ἐκεῖ κάτι θαυμαστό. Κάποιος Ἀθηναῖος, ὁ Ἐπίζηλος τοῦ Κουφαγόρου, ἐνῶ πολεμοῦσε σῶμα μὲ σῶμα μὲ μεγάλη γενναιότητα, ἔχασε τὴν ὅρασή του, χωρὶς νὰ πληγωθεῖ πουθενὰ στὸ σῶμα του μὲ ξίφος ἤ μὲ βέλος, καὶ ἀπὸ τότε στὴν ὑπόλοιπη ζωή του ὑπῆρξε τυφλὸς. Ἄκουσα λοιπὸν ὅτι ὁ ἴδιος διηγόταν κάπως ἔτσι τὸ πάθημά του: τοῦ φάνηκε, λέει, ὅτι εὶδε ἀπέναντί του ἕναν ψηλὸ ὁπλίτη, ποὺ τὰ γένεια του σκέπαζαν ὁλόκληρη τὴν ἀσπίδα του. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ φάντασμα, ἀφοῦ τὸν ἴδιο τὸν προσπέρασε, σκότωσε τὸν διπλανό του. Αὐτὰ λοιπὸν ἔμαθα ὅτι ἔλεγε ὁ Ἐπίζηλος». Και ο περιηγητής Παυσανίας είχε ακούσει23 από τους κατοίκους του Μαραθώνος παρόμοια ιστορία. Κατά τη διάρκεια της μάχης εμφανίστηκε ένας χωριάτης, όπως έδειχνε από την όψη του και τα ρούχα που φορούσε, ο οποίος μ' ένα άροτρο που κρατούσε σκότωνε βαρβάρους. Κατόπιν χάθηκε. Θέλοντας οι Αθηναίοι να μάθουν ποιος ήταν αυτός ο άγνωστος σύμμαχος τους, ρώτησαν αργότερα τον Απόλλωνα των Δελφών, ο οποίος τους απάντησε τούτο μόνο: να τιμούν τον ήρωα Εχετλαίο (ἐχέτλη = λαβή αρότρου). Η ιστορία αυτή δημιουργήθηκε την ώρα της μάχης και πιστευόταν ως αληθινή. Τούτο φαίνεται από το ότι οι Αθηναίοι εικόνισαν τον ήρωα Έχετλο στη μεγάλη τοιχογραφία της μάχης του Μαραθώνος, στην Ποικίλη στοά της Αγοράς των Αθηνών, έργο του ζωγράφου Παναίνου (α' ήμισυ 5ου π.Χ. αι.). Αλλά και ο μεγάλος αττικός ήρωας, ο Θησέας, έλαβε μέρος στη μάχη. Ο Πλούταρχος24, στον βίο που του αφιερώνει, αναφέρει την πληροφορία πως «τῶν ἐν Μαραθῶνι πρὸς Μήδους μαχομένων ἔδοξαν οὐκ ὀλίγοι φάσμα Θησέως ἐν ὄπλοις καθορᾶν πρὸ αὐτῶν ἐπὶ τοὺς βαρβάρους φερόμενον» (πολλοί από εκείνους που πολέμησαν στον Μαραθώνα εναντίον των Μήδων πίστευαν ότι είδαν το φάντασμα του πάνοπλου Θησέα μπροστά τους να ορμάει εναντίον των βαρβάρων). Και αυτή η δοξασία φαίνεται , πως δημιουργήθηκε κατά την ώρα της μάχης. Αναγνωρίζοντας τη συμβολή του στη νίκη οι Αθηναίοι τον εικόνισαν στην τοιχογραφία της Ποικίλης στοάς. Μια ανάλογη παράξενη ιστορία σώζει ο Αιλιανός (2ος-3ος μ.Χ. αι.)· σύμφωνα με αυτήν «συστρατιώτην δὲ τις Ἀθηναῖος ἐν τῇ μάχῃ τῇ ἐν Μαραθῶνι ἐπήγετο κύνα, καὶ γραφῇ εἴκασται ἐν τῇ Ποικίλῃ ἐκάτερος, μὴ ἀτιμασθέντος τοῦ κυνός, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ κινδύνου μισθὸν εἰληφότος ὁρᾶσθαι σὺν τοῖς ἀμφὶ τὸν Κυνέγειρον καὶ Ἐπιζηλόν τε καὶ Καλλίμαχον, ἔστι δὲ καὶ οὖτοι καὶ ὁ κύων Μίκωνος γράμμα. οἱ δὲ οὐ τούτου, ἀλλὰ τοῦ Θασίου Πολυγνώτου φασίν25» (κάποιος Αθηναίος είχε μαζί του, στη μάχη του Μαραθώνος, ένα σκυλί· και οι δυο τους είναι ζωγραφισμένοι στην Ποικίλη στοά. Το σκυλί έδειξε γενναιότητα και για τον κίνδυνο που διέτρεξε έλαβε ως αμοιβή την απεικόνιση του ανάμεσα σ' εκείνους που περιβάλλουν τον Κυνέγειρο, τον Επίζηλο και τον Καλλίμαχο. Όλοι αυτοί και το σκυλί έχουν φιλοτεχνηθεί από τον Μίκωνα. Άλλοι λένε ότι δεν τους ζωγράφισε ο Μίκων αλλά ο Πολύγνωτος από τη Θάσο). Το σκυλί του άγνωστου Αθηναίου θα ήταν, αν αληθεύει η ιστορία, μεγαλόσωμο και άγριο ζώο που μαχόταν με τα δόντια του εναντίον των αντιπάλων του κυρίου του. Κατά τον Ηρόδοτο26, από τους Πέρσες σκοτώθηκαν περίπου έξι χιλιάδες τετρακόσιοι και από τους Αθηναίους εκατόν ενενήντα δύο. Αναφέρει μάλιστα ο ιστορικός ιδιαίτερα μερικούς: «Σ’ αὐτὴ τὴ σκληρή μάχη σκοτώθηκε ὁ πολέμαρχος Καλλίμαχος, πού ἀποδείχτηκε γενναίος ἄντρας, καὶ ἀπὸ τοὺς στρατηγοὺς ὁ Στησίλεως τοῦ Θρασύλου. Ἐδῶ ἔπεσε καὶ ὁ Κυνέγειρος τοῦ Εὐφορίωνος, ποὺ τοῦ ἔκοψε κάποιος τὸ χέρι μὲ πελέκι τὴν ὥρα ποὺ προσπαθοῦσε νὰ πιάσει ἕνα πλοῖο ἀπὸ τὰ ἄφλαστα· ἐδῶ ἔπεσαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ξακουστοὶ Ἀθηναῖοι».
Στή μάχη δεν έλαβε μέρος το εξαίρετο ιππικό των Περσών ή τουλάχιστον όλο το ιππικό. Αρχαία μαρτυρία διασώζεται στο βυζαντινό λεξικό Σούδα. Ερμηνεύοντας ο λεξικογράφος την παροιμιώδη φράση «χωρίς ιππείς» (οι ιππείς, το ιππικό, βρίσκεται χωριστά, μακριά) δίνει τις ακόλουθες πληροφορίες που αφορούν τις πριν από τη μάχη ώρες: «Μακριὰ οἱ ἱππεῖς. Ὄταν ὁ Δάτις εἰσέβαλε στὴν Ἄττική, λένε ὅτι οἱ Ἴωνες, ὅταν αὐτὸς ἔφυγε, ἀνέβηκαν στὰ δένδρα κι ἔκαναν σήματα στοὺς Αθηναίους, πὼς οἱ ἱππεῖς βρίσκονταν μακριά· ὁ Μιλτιάδης, καταλαβαίνοντας τὴ σημασία τῆς ἀπουσίας τους, ἐπιτέθηκε καὶ νίκησε· ἔτσι ἡ παροιμία αὐτὴ λέγεται γιὰ κείνους ποὺ διαλύουν τὸν σχηματισμό τους».
Σημερινή ερμηνεία της απουσίας του ιππικού είναι η υποθετική αργοπορία της επιστροφής του από τον χώρο της βοσκής και του ποτίσματος. Τούτο οφειλόταν στην καθυστερημένη πλέον δύση της σελήνης κατά τη νύχτα της 16ης προς την 17η ημέρα του σεληνιακού μήνα, την ημέρα δηλαδή της μάχης, που ξεγέλασε τους ιπποκόμους ως προς την ώρα του γυρισμού27. Την ημέρα αυτή η σελήνη έδυσε μετά την αυγή. Μέρος όμως του ιππικού πολέμησε στη μάχη· τούτο μαρτυρείται έμμεσα από τον Παυσανία28 και άμεσα από τον Κορνήλιο Νέπωτα29, καθώς επίσης και από παραστάσεις έργων τεχνης30.
Η προδοσία
Η αποχώρηση των Περσών και η πλεύση τους προς το Φάληρο με σκοπό την κατάκτηση της Αθήνας συνδέεται με ένα περιστατικό που διηγείται πάλι ό Ηρόδοτος31. Οι Αθηναίοι θεώρησαν τους Αλκμεωνίδες αίτιους αυτής της κίνησης των Περσών, αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ τους· «εἶχαν ἔλθει [οι Αλκμεωνίδες, μεγάλη πολιτική οικογένεια της Αθήνας] σὲ συνεννόηση μὲ τοὺς Πέρσες, καὶ ὕψωσαν ἀσπίδα, σὰν σύνθημα, ὅταν ἤδη βρίσκονταν στὰ καράβια». Ο ίδιος ιστορικός όμως λίγο παρακάτω32 δεν δέχεται την εκδοχή αυτή που επικρατούσε μεταξύ των Αθηναίων για προδοτική στάση των Αλκμεωνιδών, επιβεβαιώνει όμως το γεγονός της ύψωσης της ασπίδας: «ἀνεδέχθη μὲν γὰρ ἀσπίς, καὶ τοῦτο οὐκ ἔστι ἄλλως εἰπεῖν· ἐγένετο γάρ· ὃς μέντοι ἦν ὁ ἀναδέξας, οὐκ ἔχω προσωτέρω εἰπεῖν τούτων» (υψώθηκε πάντως ασπίδα· και τούτο δεν μπορώ να το αρνηθώ, γιατί είναι γεγονός· για το ποιος ομως ήταν αυτός που την ύψωσε, δεν έχω να πω τίποτε παραπάνω από ό,τι είπα). Η ασπίδα που μνημονεύει ο ιστορικός δεν ήταν το γνωστό αμυντικό όπλο, ακατάλληλο για τη μετάδοση μηνυμάτων, αλλά χάλκινος επίπεδος στιλβωμένος δίσκος με τον οποίο οι ακτίνες του ήλιου ήταν δυνατόν να κατευθυνθούν από μεγάλη απόσταση σε καθορισμένο σημείο.
Η διήγηση του Ηροδότου
Η κυριότερη πηγή για τη γνώση του τρόπου διεξαγωγής της μάχης είναι η αφήγηση του ιστορικού Ηροδότου από την Αλικαρνασσό που ονομάστηκε «πατέρας της ιστορίας». Τη διήγηση του ἐγραψε γύρω στο 455-445 π.Χ. βασιζόμενος σε προφορικές μαρτυρίες, επιγραφές και μνημεία. Σύμφωνα με ένα αρχαίο ανέκδοτο33, όταν διάβαζε την Ιστορία του στην Αθήνα ανάμεσα στους ακροατές του ήταν και ο νεαρός Θουκυδίδης, ο οποίος δάκρυσε. Βλέποντάς τον ο Ηρόδοτος είπε στον πατέρα του νέου: «ὦ Ὄλορε, ὀργᾷ ἡ φύσις τοῦ υἱοῦ σου πρὸς μαθήματα».
Εκείνοι που έδωσαν τις πληροφορίες στον Ηρόδοτο για τη μάχη ήταν βέβαια οι ίδιοι οι πολεμιστές της. Στα χρόνια του Αριστοφάνη (425 π.Χ.) ζούσαν ακόμη αρκετοί, τους οποίους περιγράφει34 ο μεγάλος κωμωδιογράφος: «οἱ δ’ ὤσφροντο πρεσβῦταί τινες / Ἀχαρνικοί, στιπτοί γέροντες πρίνινοι / ἀτεράμονες Μαραθωνομάχοι σφενδάμνινοι» (Αλλά με μυρίστηκαν κάτι γέροι / Αχαρνικοί, σκληροί, στρυφνοί, κομμένοι / σε ξύλο από πουρνάρι, από σφεντάμι, / παλιοί πολεμιστές του Μαραθώνα).
Ένας από τους πολεμιστές της μάχης ήταν ο Επίζηλος, γιος του Κουφαγόρου, για τον οποίο έγινε λόγος. Από αυτόν πήρε πληροφορίες ο Ηρόδοτος για το υπερφυσικό δράμα που είδε και εξαιτίας του οποίου έχασε το φως του. Υπάρχουν αντιρρήσεις για την αλήθεια των πληροφοριών του Ηροδότου. Υποστηρίζεται ότι τριάντα πέντε έως σαράντα χρόνια μετά τη μάχη εκείνοι που έλαβαν μέρος σ’ αυτήν, 60 χρονών το λιγότερο, ίσως να είχαν φτιάξει δική τους εικόνα της μεγάλης σύγκρουσης. Χωρίς αμφιβολία σε στιγμές όπως η μάχη του Μαραθώνος πολλά συμβάντα μεγαλοποιούνται και αποκτούν υπερφυσικό νόημα, όπως λ.χ. η ιστορία του Επιζήλου· η πίστη όμως υπάρξεως υπερφυσικών φαινομένων και επεμβάσεων είναι απόδειξη της μεγαλειώδους σημασίας που αποκτά ο αγώνας για τους συντελεστές του, κάτι που γνωρίζουμε πολύ καλά από τον αλβανικό πόλεμο του '40. Η μάχη του 490 π.Χ. ήταν μια γιγάντια σύρραξη, οι Αθηναίοι αντιμετώπιζαν μόνοι και για πρώτη φορά τους φημισμένους Πέρσες στρατιώτες. Οι εντυπώσεις τους από τη σύγκρουση ήταν ανάλογες με το μέγεθος και τη σημασία της.
Ο Μιλτιάδης
Για τον πρωταγωνιστή της μάχης του 490 π.Χ. έγινε κατά την περιγραφή της λόγος σε διάφορα σημεία. Γεννήθηκε γύρω στο 550 π.Χ. και το 524/23 διετέλεσε επώνυμος άρχων των Aθηνών82. Μετά την εκστρατεία στη Χερσόνησο και την εγκατάσταση του στην Αθήνα οι εχθροί του83 «ἐδιωξαν τυραννίδος τῆς ἐν Χερσονήσῳ· ἀποφυγὼν δὲ καὶ τούτοις στρατηγὸς οὕτως Ἀθηναίων ἀπεδέχθη, αἰρεθεὶς ὑπὸ τοῦ δήμου» (διώχτηκε δικαστικά για την τυραννική διακυβέρνηση του στη Χερσόνησο· αφού απαλλάχτηκε και από αυτή την κατηγορία, έγινε στρατηγός στην Αθήνα, με εκλογή του από τον λαό).
Μετά τη μάχη του Μαραθώνος εκστράτευσε στην Πάρο. Δεν μπόρεσε να την καταλάβει και βρέθηκε σε αδυναμία να τηρήσει τις υποσχέσεις που είχε δώσει στους Αθηναίους. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε πρόστιμο 50 ταλάντων που πλήρωσε, μετά τον θάνατο του στη φυλακή, ο γιος του Κίμων.
Για τον Μιλτιάδη σώζεται ένα μεταγενέστερο επίγραμμα, του 2ου μ.Χ. αι., χαραγμένο σε ερμαϊκή στήλη που φέρει το κεφάλι του στρατηγού. Η στήλη βρέθηκε στη Villa Strozzi στο Coelius της Ρώμης. Σήμερα φυλάγεται στο Εθνικό Μουσείο της Ραβέννας. Στην όψη της είναι χαραγμένο τούτο το δίγλωσσο επίγραμμα:
Μιλτιάδης
Qui Persas bello vicit Marathonis in arvis
civibus ingratis et pallia interit.
Πάντες, Μιλτιάδη, τάδ’ ἀρήϊα ἔργα ἴσασιν,
Πέρσαι καὶ Μαραθών, σῆς ἀρετῆς τέμενος.
(Αυτός που νίκησε τους Πέρσες στον πόλεμο, στο Μαραθώνιο πεδίο, από αγνώμονες συμπολίτες και την πατρίδα αφανίστηκε.
Όλοι, Μιλτιάδη, τούτα τα πολεμικά κατορθώματα γνωρίζουν,
οι Πέρσες και ο Μαραθών, της ανδρείας σου τό ιερό.)
Εκατοντάδες χρόνια μετά τη μάχη, κοντά 700 χρόνια, ένας Ρωμαίος έχει για στολίδι στο σπίτι του τη στήλη με τη μορφή του μεγάλου στρατηγού που την εποχή εκείνη ήταν μυθική ύπαρξη.
Υπέθεσαν ότι στη στήλη της Villa Strozzi έχουμε αντίγραφο85 της κεφαλής του ανδριάντος του Μιλτιάδη που οι Αθηναίοι είχαν στήσει στο θέατρο μαζί με τον Θεμιστοκλή. Ο κάθε ανδριάντας συνοδευόταν από έναν Πέρση αιχμάλωτο, σύμφωνα με αρχαίο σχόλιο σε λόγο86 του Αιλίου Αριστείδη: «δύο εἰσὶν ἀνδριάντες ἐν τῷ Ἀθήνησι θεάτρῳ, ὁ μὲν ἐκ δεξιῶν Θεμιστοκλέους, ὁ δ’ ἐξ εὐωνύμων Μιλτιάδου, πλησίον δὲ αὐτῶν ἑκατέρου Πέρσης αἰχμάλωτος» (υπάρχουν δύο ανδριάντες σιό θέατρο της Αθήνας, εκείνος που βρίσκεται δεξιά είναι του Θεμιστοκλή, εκείνος στα αριστερά του Μιλτιάδη και κοντά στον καθένα υπάρχει το άγαλμα Πέρση αιχμαλώτου).
Στην Αγορά της Αθήνας κοντά στο Πρυτανείο υπήρχε άγαλμά του καθώς και του Θεμιστοκλή. Στα χρόνια του περιηγητή Παυσανία87 οι υπηρεσίες των δύο αυτών μεγάλων ανδρών είχαν ξεχαστεί, γιατί οι Αθηναίοι «τὰς γὰρ Μιλτιάδου καὶ Θεμιστοκλέους εἰκόνας ἐς Ῥωμαῖόν τε ἄνδρα καὶ Θρᾷκα μετέγραψαν» (στις γλυπτές εικόνες του Μιλτιάδη και του Θεμιστοκλή είχαν χαράξει επιγραφές τιμητικές για ένα Ρωμαίο και ένα Θράκα). Υποστηρίχθηκε ότι ο Ρωμαίος ήταν ο Γάιος Ιούλιος Νικάνωρ, που επονομαζόταν «νέος Θεμιστοκλῆς». Τη μορφή του Μιλτιάδη οικειοποιήθηκε88 ο Θράκας Βασιλιάς Ροιμητάλκης.
Για τη συμβολή του στην εκδίωξη των Περσών από την Ελλάδα, οι Αρχαίοι θεώρησαν τον Μιλτιάδη τον πρώτο κοινό ευεργέτη της Ελλάδος. Διηγούμενος ο Παυσανίας89 τα κατά τον Φιλοποίμενα λέει ότι «καὶ ἤδη τὸ μετὰ τοῦτο ἐς ἀνδρῶν ἀγαθῶν φορὰν ἔληξεν ἡ Ἑλλάς. Μιλτιάδης μὲν γὰρ ὁ Κίμωνος τούς τε ἐς Μαραθῶν ἀποβάντας τῶν βαρβάρων κρατήσας μάχῃ καὶ τὸν Μήδων ἐπισχῶν στόλον ἐγένετο εὐεργέτης πρῶτος κοινῇ τῆς Ἑλλάδος, φιλοποίμην δὲ ὁ Κραύγιδος ἔσχατος» (και ήδη κατόπιν έπαυσε η Ελλάδα να δημιουργεί γενναίους άνδρες. Ο Μιλτιάδης, ο γιος του Κίμωνος, τους βαρβάρους που είχαν αποβιβαστεί στον Μαραθώνα νίκησε σε μάχη, και την ανάπτυξη της δύναμης των Μήδων αφού ανέκοψε έγινε ο πρώτος ευεργέτης όλης της Ελλάδος· ο Φιλοποίμην, ο γιος του Κραύγιδος, υπήρξε ο τελευταίος).
Στο μεγάλο ιερό της Ολυμπίας έχουν βρεθεί δύο χάλκινα κράνη που σχετίζονται με τη μάχη του 490 π.Χ. Το ένα, ελληνικό, αρκετά φθαρμένο και ελλιπές, φέρει στικτή επιγραφή [ἀ]νέ[θε]κεν [τõι Δί]. Το άλλο είναι «ἀσσυριακό» κωνικό, ακέραιο, και φέρει κι αυτό στικτή επιγραφή ἀθεναῖοι μέδον λαβόντες. Το πρώτο είναι ανάθημα90 του στρατηγού και το δεύτερο του αθηναϊκού κράτους, από τα λάφυρα των ηττημένων Περσών, εκείνα που φύλαγε, μετά τη μάχη, ο Αριστείδης91.
Δεν γνωρίζουμε που τάφηκε ο Μιλτιάδης. Πολλά χρόνια μετά τη μάχη ιδρύθηκε στον Μαραθώνα, στο επισημότερο σημείο του πεδίου, μνημείο προς τιμήν του. Κατά τον Παυσανία92 «καὶ ἀνδρός ἐστιν ἰδίᾳ μνῆμα Μιλτιάδου τοῦ Κίμωνος, συμβάσης ὕστερόν οἱ τῆς τελευτῆς Πάρου τε ἁμαρτόντι καὶ δι' αὐτό ἐς κρίσιν Ἀθηναίους καταστάντι» (Για τον Μιλτιάδη, γιο του Κίμωνος, υπάρχει ξεχωριστό μνημείο· ο θάνατός του ουνέβη αργότερα [από τη μάχη δηλ.], μετά την αποτυχία της Πάρου, εξ αιτίας της οποίας δικάστηκε από τους Αθηναίους). Από τον περασμένο αιώνα θεωρήθηκαν, πρώτα από τον Leake93, ως μνημείο του Μιλτιάδη τα λείψανα του μεσαιωνικού πύργου που βρίσκονται βόρεια του Τύμβου. Η άποψη του Leake δεν ευσταθεί, γιατί οι μεγάλοι αρχαίοι ορθογώνιοι μαρμαρόπλινθοι με τους οποίους ο πύργος είναι χτισμένος ανήκουν σε ταφικό μνημείο του β’ ημίσεος του 4ου π.Χ. αι. Επίσης για τους ίδιους λόγους δεν ευσταθεί και η άποψη του Ross ότι μπορεί να ήταν το τρόπαιο που έστησαν οι Αθηναίοι μετά τη μάχη.
Ό μαραθωνομάχος Αισχύλος
Η υψηλότερη μορφή της αττικής τραγωδίας, ο ποιητής Αισχύλος (525/4-456 π.Χ.), υπήρξε, όπως και ο αδελφός του Κυνέγειρος, ένας από τους Αθηναίους που πολέμησαν στη μεγάλη μάχη. Κατά το τέλος του βίου του πήγε στη Γέλα της Σικελίας και εκεί πέθανε. Στον τάφο του οι Γελώοι χάραξαν το επίγραμμα που ακολουθεί· μαρτυρείται γι' αυτό ότι το είχε συνδέσει94 ο ίδιος ο ποιητής:
Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκήν δ' εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.
(Τον Αισχύλο του Ευφορίωνα από την Αθήνα σκεπάζει
νεκρό τούτο το μνήμα της σιτοδότειρας Γέλας·
τη φημισμένη του αντρειοσύνη το άλσος του Μαραθώνα μπορεί να μαρτυρήσει κι ο μακρυμάλλης Μήδος που την γνώριζε καλά.)
Με το επίγραμμα αυτό συνδέεται κι ένας μεγάλος σύγχρονος ποιητής, ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Με το ποίημα του, Νέοι τῆς Σιδῶνος (400 μ.Χ.), παρουσιάζει τη φανταστική αντίρρηση των ποιητών της ύστατης αρχαιότητας για το προβάδισμα που έδωσε ο Αισχύλος στη συμμετοχή του στη μάχη, μνημονεύοντας μόνο αυτήν στο επιτύμβιο επίγραμμα και όχι το ποιητικό έργο του.
Ο Καβάφης δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να μας θυμίζει ότι η απορία για τη στάση του Αισχύλου υπήρχε από τα πολύ παλιά χρόνια. Ο Παυσανίας περιδιαβάζοντας στην Αθήνα περιγράφει95 το Ελευσίνιο λίγο παραπέρα από το όποιο «ναὸς Εὐκλείας, ἀνάθημα καὶ τοῦτο ἀπὸ Μήδων, οἳ τῆς χώρας Μαραθῶνι ἔσχον. φρονῆσαι δὲ Ἀθηναίους ἐπὶ τῇ νίκῃ ταύτη μάλιστα εικάζω· καὶ δὴ καὶ Αἰσχύλος, ὥς οἱ τοῦ βίου προσεδοκᾶτο ἡ τελευτή, τῶν ἄλλων ἐμνημόνευσεν οὐδενός, δόξης ἐς τοσοῦτο ἥκων ἐπὶ ποήσει καὶ πρὸ Ἀρτεμισίου καὶ ἐν Σαλαμῖνι ναυμαχήσας· ὁ δὲ τό τε ὄνομα πατρόθεν καὶ τὴν πόλιν ἔγραψε καὶ ὡς τῆς ἀνδρείας μάρτυρας ἔχοι τὸ Μαραθῶνι ἄλσος καὶ Μήδων τοῦς ἐς αὐτὸ ἀποβάντας» (Παραπέρα υπάρχει ναός της Εύκλειας, αφιέρωμα και αυτό από τα λάφυρα των Μήδων, που είχαν αποβιβαστεί στον Μαραθώνα. Γι' αυτή τη νίκη οι Αθηναίοι νομίζω πώς ήταν εξαιρετικά υπερήφανοι· ιδιαίτερα ό Αισχύλος, καθώς περίμεναν να πεθάνει, ενώ ήταν τόσο φημισμένος για την ποίηση του και για ότι έλαβε μέρος στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας, τίποτε δεν μνημόνευσε· μόνον το όνομα το δικό του και του πατέρα του και την πόλη [την Αθήνα] και ότι μάρτυρες της ανδρείας του έχει το άλσος του Μαραθώνος και τους Μήδους που είχαν αποβιβαστεί εκεί). Την απορία των αρχαίων, που πρώτος μνημονεύει ο Παυσανίας, επαναλαμβάνει και ο Αθήναιος96.
Ο Τύμβος των Αθηναίων
Ο Τύμβος των Αθηναίων είναι το κύριο μνημείο της περιοχής και παγκόσμιο σέβασμα. Πρόκειται για ένα λόφο διαμέτρου 50 μ. και ύψους 9 μ. που κάλυψε τους 192 νεκρούς Αθηναίους , οι οποίοι έπεσαν πολεμώντας εναντίον των Περσών το Σεπτέμβριο του 490 π.Χ. Η τελική ανασκαφική έρευνα στον Τύμβο έγινε από τη Γενική Εφορία Αρχαιοτήτων, με έφορο τον Βαλ. Στάη το 1890-91.
Ο στρατηγός Μιλτιάδης
Στην ηγετική μορφή του στρατηγού Μιλτιάδη αποδίδεται η σπουδαία νίκη στη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ.
Οι λιγοστοί Αθηναίοι, χάρη στο μεγαλοφυές σχέδιο του πολεμάρχου στρατηγού, κατόρθωσαν να κατατροπώσουν τους περίπου 50.000 Πέρσες. Για τη συμβολή του στην εκδίωξη των Περσών από την Ελλάδα, οι αρχαίοι θεώρησαν τον Μιλτιάδη τον πρώτο κοινό ευεργέτη της Ελλάδας.
Αριστερή σελίδα: Αδριάντας του Μιλτιάδη στον περίβολο του Τύμβου, έργο του γλυπτή Αντώνη Νταγαδάκη. Ευγενική προσφορά του Ευάγγελου Σπύρου.
Το κράνος του Μιλτιάδη
Πρόκειται για αφιέρωμα του μεγάλου Αθηναίου στρατηγού Μιλτιάδη στο Ιερό, όπως φανερώνει η επιγραφή στην αριστερή πλευρά του: ΜΙΛΤΙΑΔΕΣ ΑΝΕ[θ]ΕΚΕΝ [Τ]ΟΙ ΔΙ. Είναι το κράνος που πιθανόν φορούσε ο Μιλτιάδης στη μάχη του Μαραθώνα και στη συνέχεια το αφιέρωσε στον Δία. Μοναδικό έκθεμα του Μουσείου Ολυμπίας με ανεκτίμητη ιστορική αξία. (Μουσείο Ολυμπίας αρ. Β. 2600).
Ο παις του Μαραθώνα
Κατά τη διάρκεια κατασκευής του φράγματος το 1925 στην ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Μαραθώνα, τυχαία ψαράδες ανέσυραν με τα δίχτυα τους άγαλμα εφήβου, το οποίο έχει ύψος 1,30 μ. Χρονολογείται στο 340-320 π.Χ. και αποδίδεται σε μαθητή του Πραξιτέλη. Δεν αποκλείεται να εικονίζει τον Ερμή σε όρθια στάση. Σήμερα φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, σε άριστη κατάσταση. Πιστό αντίγραφο του αγάλματος βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βρανά Μαραθώνα.
Πρωτοελλαδικό νεκροταφείο στο Τσέπι
Στη θέση Τσέπι, στις παρυφές της πεδιάδας του Μαραθώνα, στους πρόποδες του μικρού βουνού Κοτρώνι, εκτείνεται ένα από τα μεγάλα προϊστορικά κέντρα του Μαραθώνα που ανέσκαψε ο Σπ. Μαρινάτος. Πρόκειται για ένα νεκροταφείο πρωτοελλαδικής περιόδου (3200-2000 π.Χ.), συστηματικής μορφής. Από τα πολυάριθμα ευρήματα που βρέθηκαν στους τάφους προκύπτει , πως το νεκροταφείο αυτό το χρησιμοποιούσαν κάτοικοι των νησιών των Κυκλάδων, που για εμπορικούς λόγους είχαν εγκατασταθεί στην Ανατολική Αττική.
Μεσοελλαδικοί τύμβοι στο Βρανά
Ένα από τα σημαντικότερα νεκροταφεία της περιοχής είναι του Βρανά, μεσοελλαδικής περιόδου (2000-1600 π.Χ.). Αποτελείται από επτά ταφικούς τύμβους, οι τέσσερις εκ των οποίων ερευνήθηκαν από τον Σπ. Μαρινάτο (1970-1972) και έφεραν στο φως αγγεία και κτερίσματα που εκτίθενται στο Μουσείο του Μαραθώνα. Το μεσοελλαδικό νεκροταφείο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το Μουσείο του Μαραθώνα.
Μυκηναϊκός θολωτός τάφος στο Βρανά
Σε απόσταση 400 μ. από το μεσοελλαδικό νεκροταφείο του Βρανά σώζεται πλήρης θολωτός μυκηναϊκός τάφος εσωτερικού μήκους 7,20 μ., αναστηλωμένος και στεγασμένος. Στο εσωτερικό του βρέθηκαν χρυσό αγγείο και κύπελλο, καθώς επίσης και τάφος με δύο σκελετούς αλόγων σε πλάγια στάση. Ο θολωτός τάφος του Μαραθώνα είναι μια σπάνια ταφική κατασκευή στην Αττική και χρονολογείται στο 1450-1380 π.Χ. Είχε ερευνηθεί το 1933-1935 από τον καθηγητή Γ. Σωτηριάδη και αναστηλώθηκε το 1958.
Στην ίδια περιοχή βρέθηκε κλασικός τύμβος ύψους άνω των 3 μ. και διαμέτρου 30 μ., που ερευνήθηκε μερικώς από τον Σπ. Μαρινάτο. Βρέθηκαν 11 ταφές, από τις οποίες οι δυο ήταν καύσεις. Ο Μαρινάτος , υπέθεσε ότι ο τύμβος ανήκει στους πεσόντες Πλαταιείς στης μάχη του Μαραθώνα.
Το Μουσείο Μαραθώνος στο Βρανά
Στο χώρο των ανασκαφών του Βρανά στο Μαραθώνα, κοντά στο μεσοελλαδικό νεκροταφείο, στους πρόποδες του βουνού Αγριελίκι, βρίσκεται το Μουσείο Μαραθώνος. Κατασκευάστηκε με δαπάνη του φιλάρχαιου επιχειρηματία Ευγένιου Παναγόπουλου, εγκαινιάστηκε τον Ιούλιο του 1975 και φιλοξενεί ευρήματα των ανασκαφών της ευρύτερης περιοχής. Οι επιτύμβιες στήλες που απεικονίζονται επάνω φιλοξενούνται στην τέταρτη αίθουσα του Μουσείου και χρονολογούνται στο 2ο μ.Χ. αιώνα, στην εποχή του Ηρώδου του Αττικού. Στο επιστύλιο κάθε στήλης είναι χαραγμένα τα ονόματα των προσώπων.
Το τέμενος της Αθηνάς
Στο Μουσείο φυλάσσονται ευρήματα του 4ου π.Χ. αιώνα που αποκαλύφθηκαν ανατολικά της εκκλησίας του Αγ. Δημητρίου, στους πρόποδες του Αγριελικιού. Εκεί, ο Γ. Σωτηριάδης τοποθετούσε το Ηράκλειον, όπου οι Αθηναίοι είχαν στρατοπεδεύσει το 490 π.Χ. Σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων βρέθηκε όρος μαρμάρινος με την επιγραφή hopos/τέμενος/Αθενάς.
Το τρόπαιο της μάχης του Μαραθώνα
Το τρόπαιο της μάχης, μνημείο διάσημο από την αρχαιότητα, είναι κατασκευασμένο από λευκό μάρμαρο. Ένα ιωνικό κιονόκρανο κοσμεί την άνω επιφάνεια του με τραπεζιόσχημο κοίλωμα για την τοποθέτηση μαρμάρινου αγάλματος (ίσως του αγάλματος της Nίκης). Αν κρίνουμε από τη μορφή του κιονόκρανου, πρέπει να φιλοτεχνήθηκε 30 περίπου χρόνια μετά τη νίκη κατά των Περσών, στη θέση που είναι σήμερα η Παναγία η Μεσοσπορίτισσα. Τα λείψανα του τροπαίου βρίσκονται στο Μουσείο του Μαραθώνα.
Παναγία η Μεσοσπορίτισσα
Ο ιερός ναός της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας βρίσκεται στη ΝΔ άκρη του Μεγάλου Έλους. Εορτάζεται στις 21 Νοεμβρίου, των Εισοδίων της Θεοτόκου. Από πλευράς τεχνοτροπίας, προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση η οροφή του ναού που αποτελείται από λεπτούς ξύλινους κορμούς. Δίπλα στο ναό βρέθηκαν τα λείψανα του τροπαίου της ράχης του Μαραθώνα, χτισμένα μέσα σ' έναν πύργο, από τον καιρό του Μεσαίωνα.
Αντίγραφο του τροπαίου της μάχης του Μαραθώνα
Το αντίγραφο του τροπαίου της μάχης του Μαραθώνα, δεξιά, βρίσκεται δίπλα στην εκκλησία της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας. Από πληροφορίες προκύπτει ότι εκεί τάφηκαν ομαδικά οι νεκροί Πέρσες, διότι βρέθηκαν λείψανα οστών άτακτα τοποθετημένα, που φαίνεται πως ανήκουν σε εκατοντάδες νεκρούς.
Το φαράγγι της Οινόης
Το φαράγγι της Οινόης αποτελεί μια περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, μοναδικού στην Αττική. Συνδυάζει την εξαίρετη φυσική ομορφιά ενός κατάφυτου φαραγγιού που το διασχίζει ο Χάραδρος, με κρυστάλλινες πηγές και μικρές λιμνούλες, αλλά αποτελεί και έναν τόπο ιδιαίτερου ιστορικού ενδιαφέροντος. Εκεί βρίσκονται το σπήλαιο του Πανός, τα ερείπια του μεσαιωνικού πύργου, το Πύθιο αλλά και τα ερείπια του αγροκτήματος του Ηρώδου του Αττικού (Μάνδρα της Γριάς) και όμορφα χριστιανικά εκκλησάκια.
Το Πύθιο της Οινόης
Ιερό Απόλλωνος Πυθίου στην Οινόη. Εποχής Ηρώδου του Αττικού.
Στην περιοχή του Δήμου της Οινόης υπήρχε το ιερό του Απόλλωνος Πυθίου, απ’ όπου ξεκινούσε η επίσημη αντιπροσωπεία για τους Δελφούς. Πολύ κοντά στο μεσαιωνικό πύργο της Οινόης ερευνήθηκε το 1972 από τον Σπ. Μαρινάτο μεγάλο οικοδόμημα, αποτελούμενο από ορθογώνιο περιστύλιο διαστάσεων 13,6 Χ 17,3 μ. Η ατελής ανασκαφή δεν επιτρέπει τη συναγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Η λιθουργική εργασία των μαρμάρων τοποθετεί το έργο στην εποχή του Ηρώδου του Αττικού. Θεωρείται πιθανόν εγκοιμητήριο και συσχετίζεται με το Πύθιο.
Το σπήλαιο του Πανός
Η περιοχή του Μαραθώνα στην αρχαιότητα αποτελούνταν από 4 δήμους, που συνιστούσαν την περίφημη τετράπολη (Μαραθώνας, Οινόη, Προβάλινθος και Τρικόρυνθος). Στην ακρόπολη της Οινόης, όπως αναφέρει ο Παυσανίας (Αττικά 38,7), «ολίγον απώτερου του πεδίου, Πανός εστίν όρος και σπήλαιον Θεάς...».
Η είσοδος του σπηλαίου, συνεχίζει ο Παυσανίας, είναι στενή, αλλά όταν μπαίνει, βλέπεις δωμάτια και λουτρά και βράχια σε σχήμα κατσικιών. Το σπήλαιο βρίσκεται 3 χλμ. δυτικά του σημερινού Μαραθώνα σε υψόμετρο 118 μ., νότια της αρχαίας χαράδρας του μικρού ποταμού που πηγάζει από τις πλαγιές του Πεντελικού και χύνεται στον κόλπο του Μαραθώνα. Το σπήλαιο έχει δύο εισόδους και το κοίλωμα του έχει μήκος 75 μ. και πλάτος 15 μ. Μέσα στο σπήλαιο σχηματίζονται 5 μεγάλες αίθουσες με σταλακτίτες και σταλαγμίτες σε αποχρώσεις λευκού, γαλάζιου και κόκκινου χρώματος. Το σπήλαιο ερευνήθηκε μερικώς το 1958 και από τότε παραμένει κλειστό.
Μεσαιωνικός πύργος στην Οινόη
Κοντά στο Πύθιο του θεού Απόλλωνα στην Οινόη δεσπόζει ο επιβλητικός μεσαιωνικός πύργος. Λέγεται ότι ήταν εξοχική κατοικία της οικογένειας Δελαρός. Χτίστηκε περίπου το 1250 μ.Χ. από τον Όθωνα Δελαρός, ιδρυτή του ελληνικού κλάδου του ομώνυμου οίκου ευγενών της Βουργουνδίας, που κατήλθε στην Ελλάδα για καθυπόταξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και έλαβε την Αττικοβοιωτία, αναγορευόμενος σε «κύριο των Αθηνών».
Επίσης, ΒΔ της Οινόης σώζεται η λεγόμενη «Μάνδρα της Γριάς» ένας περίβολος περιμέτρου 3.300 μ., ο οποίος περιέκλειε το αγρόκτημα που είχε προσφέρει ο Ηρώδης στη γυναίκα του Ρηγίλλα. Μέσα σ’ αυτό υπήρχαν οικήματα, εγκαταστάσεις και πιθανότητα η έπαυλή του. Η είσοδος ήταν μνημειακή, μια τοξωτή πύλη. Σώζονται επιγραφές, στήλες και προτομές. Παρ’ όλο που ο Ηρώδης είχε ζητήσει να ταφεί στο Μαραθώνα που τόσο αγαπούσε, οι μαθητές του πήραν το σώμα του και το έθαψαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο.
Ιερό Αιγυπτίων θεών
Στα όρια του Δήμου Μαραθώνος με τη Νέα Μάκρη, δίπλα στη θάλασσα, στο έλος της Μπρεξίζας (γνωστό ως «μικρό έλος»), 1.500 μ. νότια από τον Τύμβο των Αθηναίων βρέθηκαν το 1968 τα λείψανα μεγάλου αιγυπτιακού ιερού, αφιερωμένου στη θεά Ίσιδα και αργότερα (το 1978) στην ανατολική πλευρά του περιβόλου του Ισείου, συγκρότημα ρωμαϊκού λουτρού, βαλανείου που τοποθετείται στο 2ο αιώνα μ.Χ., την εποχή του Ηρώδου του Αττικού του Μαραθώνιου. Στις 2 φωτογραφίες επάνω απεικονίζονται 2 αγαλματίδια του Αντινόου, ευνοουμένου του αυτοκράτορα Αδριανού από το Ναό της Ίσιδος. Φυλάσσονται στο Μουσείο Μαραθώνα.
Αρχαιολογικός χώρος Ραμνούντος
Στα όρια του Δήμου Μαραθώνα και του Γραμματικού εκτείνεται ο αρχαιολογικός xώρος του Ραμνούντος – ο καλύτερα διατηρημένος αρχαίος δήμος της Αττικής. Ήταν δήμος της Ατλαντίδος φυλής και στην περιφέρειά του περιλαμβανόταν εκτός από τα δασωμένα βουνά και μια εύφορη μικρή πεδιάδα που σήμερα ονομάζεται Λιμικό και που το νότιο τμήμα της φτάνει στο Κάτω Σούλι.
Έχουν αποκαλυφθεί δύο ιερά - το ιερό της αυστηρής θεάς Νέμεσης, συνδεδεμένο με τα μεγαλύτερα ονόματα της κλασικής τέχνης του Φειδία και του Αγορακρίτου - και το ιερό του ιαματικού θεού Αμφιαράου. Σώζεται το παραθαλάσσιο φρούριο, οχυρό της Αθήνας για μεγάλες χρονικές περιόδους, ταφικά μνημεία και οικείς. Οι ανασκαφικές έρευνες συνεχίζονται.
Το κτήμα Μπενάκη
Στη λεωφόρο Κακά Σουλίου, σε απόσταση περίπου 4 χλμ. από το Μαραθώνα, βρίσκονται το κτήμα και η επιβλητική έπαυλη Μπενάκη. Το κτήμα κάποτε έφτανε μέχρι το Λιμικό (Ραμνούντα). Αγοράστηκε το 1911 από τον τότε Υπουργό Εθνικής Οικονομίας Εμμ. Μπενάκη και είχε έκταση 30.000 στρ. Σήμερα έχει έκταση 2.500 στρ. και ανήκει στο Ίδρυμα του Μουσείου Μπενάκη (από το 1962).
Ο πρώτος ιδιοκτήτης του κτήματος ήταν ο πρίγκηπας Κατακουζηνός, ο οποίος το αγόρασε από τον Ομέρ Πασά. Το 1836 ο Κατακουζηνός έδωσε το κτήμα ως προίκα στη θυγατέρα του Ελπίδα, για το γάμο της με τον Σκαρλάτο Σούτσο. Από τους κληρονόμους του Αλέξ. Σούτσου αγόρασε το κτήμα ο Εμμ. Μπενάκης. Οι παλιότεροι αναγνωρίζουν τη συμβολή του κτήματος Μπενάκη στην επιβίωση της περιοχής σε δύσκολες εποχές.
Μακαρία πηγή
Ο Παυσανίας αναφέρει στην περιγραφή του της περιοχής του Μαραθώνα και την πηγή Μακαρία και καταλήγει: «Εδώ, η Μακαρία, κόρη της Δηιάνειρας και του Ηρακλέους, σφάχτηκε μόνη της κι έτσι έγινε δυνατόν στους Αθηναίους να νικήσουν στον πόλεμο και στην πηγή να πάρει το όνομά της. Η αρχαία Μακαρία είναι η μεγάλη πηγή (Μεγάλο Μάτι) που αναβλύζει και σήμερα πλάι στο δρόμο Μπέη-Κάτω Σουλίου, στο ΒΑ άκρο της πεδιάδας, κάτω από το βουνό Σταυροκοράκι. Κάποτε από τα πλούσια νερά της υδρευόταν η Αθήνα, όπως είναι φανερό από το αντλιοστάσιο που βρίσκεται εκεί. Στη γερμανική κατοχή προστατευόταν από φρουρά. Σώζεται ακόμη απείραχτο το μικρό οχυρό για το φρουρό του κατοχικού στρατού. Σήμερα, τα νερά της εμπλουτίζουν το στίβο του Ολυμπιακού Κωπηλατοδρομίου.
|